ρύπα

τὰ, Α
(ετερόκλιτος τ. πληθ.) βλ. ρύπος.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ῥύπα — ῥύπον whey neut nom/voc/acc pl ῥύπᾱ , ῥυπάω to be filthy pres imperat act 2nd sg ῥύπᾱ , ῥυπάω to be filthy imperf ind act 3rd sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥύπαν — ῥύπᾱν , ῥυπάω to be filthy imperf ind act 3rd pl (epic doric aeolic) ῥύπᾱν , ῥυπάω to be filthy imperf ind act 1st sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥύπ' — ῥύπα , ῥύπον whey neut nom/voc/acc pl ῥύπε , ῥύπος dirt masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥύπας — ῥύπᾱς , ῥυπάω to be filthy imperf ind act 2nd sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ρύπος — (I) ο / ῥύπος, ΝΜΑ, και ετερόκλιτος τ. πληθ. ῥύπα, τὰ, Α 1. ακαθαρσία, βρομιά, λέρα (α. «κάθηράν τε ῥύπα πάντα», Ομ. Οδ. β. «ὁ ἐν τοῑς ὠσὶ ῥύπος», Αριστοτ.) 2. μτφ. κηλίδα που σκιάζει το ήθος ενός ατόμου, που αμαυρώνει το καλό του όνομα, όνειδος …   Dictionary of Greek

  • ῥυπᾶν — ῥυπάω to be filthy pres part act masc voc sg (epic doric aeolic) ῥυπάω to be filthy pres part act neut nom/voc/acc sg (epic doric aeolic) ῥυπάω to be filthy pres part act masc nom sg (epic doric aeolic) ῥυπᾶ̱ν , ῥυπάω to be filthy pres inf act… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.